Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

Το αερακι του πελαγους ξυπναει την εφηβεια μεσα στον ανθρωπο. Το νιωθω στο προσωπο μου και η πανοπλια θελει να ξεκολλησει απο το πετσι μου. Να νιωσω τον ιδρωτα να παγωνει στην πλατη μου και μεσα απο την καψα του ηλιου να βουλιαξω στην θαλασσα.
    Οπως πριν χρονια, αιωνες..  Τελευταια φορα που εβγαλα το ατσαλινο πετσι μου για να κολυμπησω ηταν στην Αιγυπτο πριν 7 χρονια. Μου ξεπλυνε πολλα τραυματα η ξανθια απο το Βορρα που κουβαλησα μαζι μου. Σκληρη, ξεκαθαρη, ζεστη στην αφη. Σαν σπαθι αν ξέρεις απο που να το κρατας. Αληθινο. Και απανθρωπο. Νιωθεις το εργαλειο στα χερια σου. Το χειριζεσαι. Και βλεπεις πως δεν ειναι ανθρωπος. Αφαιρεσε πολλα τραυματα απο πανω μου. Και πηρε το αιμα μου μαζι της.
    Ο Νειλος ειναι τοσο κρυος και αργος, με μια ενοχλητικα ψιλη αμμο. Ομως σαν τον πεινασμενο που του πετας χτεσινο φαι, ορμηξα να χωθω σε εκεινα τα νερα. Και ξαναπηγα τη νυχτα μαζι της κατω απο το φεγγαρι σαν μαγισσες σε Σαββατον. Ξυπνησα μετα τον ερωτα με  τρομο γιατι ειμασταν μονοι σε μια απεραντη οχθη. Χωρις σωματοφυλακη και ασφαλεια. Αλλα δε νομιζω να ειμασταν εκει και τοτε. Ηταν ενας αλλος κοσμος που ειχαμε χαθει. Και στο ονειρο του αποκοσμου εκεινου υπνου ειδα για πρωτη φορα το προσωπο της. Εκεινης.
    Οι φωνες με εβγαλαν απο το οραμα και γυρισα να δω το σκοπο που εδειχνε στη θαλασσα.
Πεντε πλοια με κοκκινα πανια. Το ενα σιγουρα οχι πολεμικο. Με ολα αυτα τα στολιδια θα γινοταν λαμπαδα πριν καν χτυπησει ο συναγερμος. Ακουσα τον Βαλοντια να φωναζει δυο περιπολους να βγουνε στο λιμανι.
- Στειλε δυο αμαξες καθαρες που κραταμε για το σανο. Μας φερνουνε καλοπιασματα.
    Ο Περιπολαρχης κουνησε το χερι : "Διαταγες Σας". Χαμογελασε. Αυτος κουβαλησε εμενα προχτες απο το γλεντι. Πεντε κορες και τρεις γυναικες. Εγκυος η μεγαλυτερη.
- Βαλοντια, βρες του πια ενα κομματι γης να παρει συνταξη.
- Υποτιματε ποσο Σας αγαπανε. Δε θα φυγει κανεις χωρις Εσας Εξαρχε.
- Ναι. Αλλα βρες του. Εχει να ταισει οχτω κεφαλια και αλλους τοσους ξαναμενους γυρω απο τις κόρες του.
Χαμογελο.
Κουνημα κεφαλιου.
    Πηρα στα χερια το δωρο ενος Νοτιου στον πατερα μου. Τηλεσκοπιο. Κοιταξα τα καραβια. Κι αλλη νυφη για τον Εξαρχο, καμαρωτη και αγχωμενη. Να θυμηθω να δω τον γιατρο για το στομαχι μου. Καλο το κρασι αλλα στα 5 βαρελια αρχιζει να πειραζει λιγο. Πολυ γλέντι για το τίποτα.
    Φώναξα έναν απο τους μικρούς που το εκοβε για τα μπανια σιγα-σιγα και του φόρτωσα τα χαρτια να τα παει στον Επιστάτη αλλα κρατησα το γραμμα της μικρης και των αρουραίων του λιμανιού.
Τον κοιταξα και του σφύριξα: μην πας στα μπανια. Για να να δούμε..θα ψυλλιαστεί;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου